Αφιέρωμα στις ανώνυμες Ελληνίδες Γυναίκες της Επανάστασης του 1821



Γράφει η Νία Κομπορόζου


Χιλιάδες ήταν οι ανώνυμες γυναίκες που συμμετείχαν με διάφορους τρόπους στην Επανάσταση του 1821 όμως ως άμαχος πληθυσμός , ήρθαν αντιμέτωπες με την πείνα, την αιχμαλωσία , τη σκλαβιά , τον βιασμό και το θάνατο.

Ο Μακρυγιάννης μεταφέρει τη μαρτυρία μίας γυναίκας  από το χωριό Μεγάλο Σπήλαιο : « ΄Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο , στο νερό, τόσες ψυχές, να γλιτώσωμεν κι ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι΄ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό σαν μπακακάκια  πλέγαν κι άλλα ζωντανά και άλλα τελειωμένα.

Και μ΄επιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριακονταοκτώ και με αφάνισαν εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά? Δι΄ αυτήν τη πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκουμε από κανέναν όλο δόλο και απάτη»

   Γυναίκες όμως υποστηρίζουν τον αγώνα των αντρών , χτίζοντας οχυρώματα , μεταφέροντας όπλα και πολεμοφόδια, φαγητό και νερό περιθάλποντας τους τραυματίες , συχνά ακόμα παίρνοντας τα όπλα των νεκρών συζύγων αδελφών ή και γιών  τους προκειμένου να εκδικηθούν το θάνατό τους.

Ανάμεσά τους και η ΔΕΣΠΩ ΜΠΟΤΣΗ που κατάγονταν από το Σουλιώτικη οικογένεια και ήταν γυναίκα του Σουλιώτη οπλαρχηγού Γεωργάκη Μπότση.

Η Δέσπω μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε αρχηγός της οικογένειας  και για να αποφύγει τους στρατιώτες και να  σώσει την οικογένεια της κλείστηκε στο κάστρο της περιοχής – γνωστό και σήμερα- με το όνομα «Πύργος του Δημουλά», αλλά και ως «Κάστρο της Δέσπως», με τις νύφες και τα εγγόνια της, πολεμώντας γενναία και αρνούμενη να παραδοθεί. ΄Όταν τέλειωσαν τα βόλια των όπλων έβαλε φωτιά στο πύργο και κάηκε μαζί με την οικογένεια της , ενώ ακούγεται το…. « Γίωργαινα  ρίξε τ άρματα δεν είναι εδώ το Σούλι. Εδώ είσαι σκλάβα του πασά , σκλάβα  των Αρβανίτων» και απόκριση ακούγεται «Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψε η Κιάφα, η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε δεν κάνει» Δαυλί στο χέρι άρπαξε κόρες και νύφες κράζει: Σκλάβες Τούρκων να μην ζήσωμεν  παιδιά μ ΄μαζι  μου ελάτε  και τα φυσέκια ανάψανε και όλοι φωτιά γενήκαν».

    Και ακολουθώντας τη καταγραφή της Ιστορίας για τις γυναίκες στην Επανάσταση του 1821, φτάνου στη Μάνη , όπου συναντάμε την ΚΩΣΤΑΝΤΙΑ ΖΑΧΑΡΙΑ που ήταν κόρη του φημισμένου κλέφτη Ζαχαριά. Την βρίσκουμε να είναι καπετάνισσα με άλλες γυναίκες που την ακολουθούσαν. Είχε δικό της λάβαρο σημαία «λευκού χρώματος με κυανόν σταυρό» ΄Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση στη Μάνη , οι Οθωμανοί έφυγαν να πάνε στη Τριπολιτσά .Οι Μανιάτες τους κατεδίωξαν και η Κωσταντία τους κατεδίωξε μέχρι  το Μυστρά όπου βρήκαν προστασία στο κάστρο. Κατέλαβε το Λεοντάρι, σκότωσε τον Οθωμανό διοικητή, έβαλε φωτιά στο σπίτι του κατέβασε την ημισέληνο από τα τζαμιά και έπειτα τα έκαψε.

Και φτάνουμε στη ηρωική Κρήτη στα Χαρακιά του Ρεθύμνου , όπου συναντάμε την ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ  που πατέρας της ήτανε ο Πέτρος Αρκαδιώτης  που σκοτώθηκε στην Επανάσταση του 1821. Η Χαρίκλεια παντρεύτηκε  τον Μιχαήλ Δασκαλάκη και απέκτησε 13 παιδιά. Σκληροτράχηλη και αδάμαστη πρωταγωνίστησε στη πολιορκία της Μονής Αρκαδίου. Οι οπλαρχηγοί που ήταν πολιορκημένοι στη Μονή με προεξάρχοντα τον ηγούμενο Γαβριήλ αποφάσισαν με τη σύμφωνη γνώμη της Χαρίκλειας  να αντισταθούν  στην επίθεση του Μουσταφά πασά « μέχρις εσχάτων». Πλάι στο γιό της Κωνσταντίνο που ήταν 24 ετών , πολεμούσε και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές της.

΄Όταν τα φυσίγγια των οπλαρχηγών εξαντληθήκαν η Χαρίκλεια , βγήκε από το κελί από το οποίο πολεμούσε και κάτω από καταιγισμών σφαιρών , έτρεξε προς το πτώμα ενός Τούρκου  στρατιώτη και πήρε τα φυσίγγιά του και επέστρεψε στο κελί. Επίσης έτρεξε και αναστήλωσε τη σημαία του οπλαρχηγού γιου της η οποία έφερε τα γράμματα Κ(Κρήτη) Ε( Ένωση ) Ε ( Ελευθερία ) και Θ ( Θάνατος).Στο τέλος όταν ο ιστός είχε  καταστραφεί την δίπλωσε και την κράτησε επάνω της.

Μετά την ανατίναξη της Μονής και τη κατάληψή της , η Χαρίκλεια Δασκαλάκη που επέζησε του ολοκαυτώματος πιάστηκε αιχμάλωτη μαζί με το γιό της που τον είδε να θανατώνεται δια «λογχισμού» από τους Τούρκους.

Τελικά κατάφερε να διαφύγει πέρασε στη Σύρο και έπειτα στην Αθήνα όπου και πέθανε λησμονημένη.