" Αρβανίτικο Τραγούδι" Επίκουρη Καθηγήτρια Εθνομουσικολογίας & Λαογραφίας Ρενάτα Δαλιανούδη [ΒΙΝΤΕΟ]




Η κα Ρενάτα Δαλιανούδη, μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια Εθνομουσικολογίας & Λαογραφίας στο Τμ. Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων και Καθηγήτρια-Σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοιχτό Παν/μιο, συμμετείχε στις τριήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής UNESCO στο Δήμο Καρύστου και συγκεκριμένα στην Κάρυστο στο Μαρμάρι και στην Αντιά.


Η κα Δαλιανούδη παρακολούθησε τις εκδηλώσεις ενώ συμμετείχε και η ίδια ως κεντρική ομιλήτρια την δεύτερη ημέρα της διοργάνωσης και συγκεκριμένα στο Μαρμάρι στο μουσειακό οίκημα του Συλλόγου γυναικών Μαρμαρίου. Η
Καθηγήτρια Εθνομουσικολογίας & Λαογραφίας κα Δαλιανούδη μίλησε για το αρβανίτικο τραγούδι, που επιχωριάζει στη νότια Εύβοια, στα χωριά Αγ. Δημήτριος, Κόμητο, Καλλιανός κ.ά. αναφέροντας μεταξύ άλλων :

Με μια μουσικολογική ταξινόμηση της μουσικο-χορευτικής παράδοσης της Εύβοιας, στο νησί συναντώνται τέσσερα διαφορετικά μουσικά ιδιώματα, αποτέλεσμα των διαφορετικών γεω-πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών:  

Α) το Ρουμελιώτικο ύφος, αντιπροσωπευτικό της στεριανής παράδοσης της Βόρειας Εύβοιας

Β) Το μικρασιάτικο ύφος, που συναντάμε στη Νέα Αρτάκη

Γ) Το νησιώτικο ύφος, με συρτούς και μπάλους, που συναντάμε στην περιοχή της Κύμης, το «μπαλκόνι στο Αιγαίο»

Δ) την καβοντορίτικη παράδοση της Καρυστίας, με το αρβανίτικο στοιχείο στη Νότια Εύβοια.


Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, η εμφάνιση των Αρβανιτών σε ελληνικές περιοχές, ως μισθοφόροι στρατιώτες, εγκαταστάθηκαν μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.

Γύρω στο 1425, οι Βενετοί με φορο-απαλλακτικά μέτρα προσελκύουν αρβανίτικους πληθυσμούς στη νότια Εύβοια, που τότε παρουσίαζε δημογραφική πτώση εξαιτίας της πανώλης και των πειρατικών επιδρομών. Η περιοχή εγκατάστασης των Αρβανιτών στην Εύβοια οριοθετήθηκε αυστηρά στις ορεινές περιοχές της Καρυστίας στο νότιο μέρος του νησιού, ώστε να λειτουργούν και ως προπύργιο σε εχθρικές επιθέσεις πειρατών.


Κατά την οθωμανοκρατία και ως τον 16ο αιώνα έλαβε χώρα ο δεύτερος εποικισμός των Αρβανιτών. Παρά τον βίαιο εξισλαμισμό, πολλοί αρβανίτες διατήρησαν κρυφά τη χριστιανική τους ταυτότητα, γι’ αυτό και ονομάστηκαν «σαμπάνηδες» ή «μουρτάτες». Οι Αρβανίτες της Καρυστίας συμμετειχαν  στον αγώνα του 1821, στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου του 1825, όπου η αποφασιστικότητα των ναυάρχων του Ελληνικού στόλου, σε συνδυασμό με τους σφοδρούς ανέμους, έτρεψαν σε φυγή τον τουρκικό στόλο.

Στον νότιο τμήμα της Εύβοιας, στην περιοχή του Καφηρέα ή Κάβοντόρο υπάρχουν τ’ αρβανιτοχώρια (Αγ. Δημήτριος, Κόμητο, Καλλιανός), με δίγλωσσο πληθυσμό, των οποίων η λαϊκή μουσικο-χορευτική παράδοση σε ό,τι αφορά τους ρυθμούς, τις μελωδικές φόρμες και τους χορούς δεν διαφέρει από αυτήν του υπόλοιπου νομού. Ο ντόπιος αρβανίτικος πληθυσμός αφομοιώθηκε πλήρως εθνοτικά (απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση), θρησκευτικά (έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι) και πολιτισμικά (έχουν κοινά ήθη κι έθιμα με τον γηγενή ελληνικό πληθυσμό), με αποτέλεσμα η μόνη πολιτισμική τους διαφοροποίηση να διακρίνεται στη γλώσσα.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης ελληνικής εθνικής ταυτότητας, η οποία θα πρέπει να βασίζεται στο τρίπτυχο «ίδια καταγωγή, ίδια θρησκεία, ίδια γλώσσα», η αρβανίτικη γλώσσα δεν ακούγεται δημόσια, δεν διδάσκεται στην εκπαίδευση και δεν αναπαράγεται γραπτά, παρά μόνον μιλιέται από τις οικογένειες των αρβανιτόφωνων χωριών. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην προφορική μόνο (άρα και περιορισμένη) χρήση του αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, κάτι που επηρέασε και τα παραδοσιακά τραγούδια, σε πολλά από τα οποία μπαίνουν και ελληνικοί στίχοι. 

Η περιορισμένη καταγραφή της πολιτισμικής έκφρασης των όχι ελληνόφωνων ομάδων από την πρώιμη Λαογραφία, ή η μεταγραφή τους, η μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί μεγάλος πλούτος αρβανίτικων τραγουδιών, τα οποία διασώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από την προφορική παράδοση, ενώ μια άλλη αρνητική συνέπεια είναι η αλλαγή του μετρικού σχήματος της λαϊκής στιχουργίας, που στην αρβανίτικη γλώσσα διαφέρει από αυτό στην ελληνική γλώσσα.

Τα μουσικά όργανα, που συναντώνται στη νότια Εύβοια και στους αρβανιτόφωνους πληθυσμούς είναι τα ίδια που απαντώνται στις παραδοσιακές αγροτο-κτηνοτροφικές κοινωνίες της υπόλοιπης νησιωτικής Ελλάδας: τσαμπούνα, είτε μόνη της είτε ως ζυγιά με τη συνοδεία κρουστού οργάνου, λύρα και λαούτο και λίγο αργότερα η παραδοσιακή κομπανία, αποτελούμενη από βιολί, λαούτο και νταουλάκι.

Στον Καβοντόρο, εκτός από τις συνηθισμένες τσαμπούνες, υπάρχει και τσαμπούνα με αυλό μπάσου που λέγεται «τσαμπούνα με ζουρνά». Ο δημιουργός και παίκτης αυτού του οργάνου στην Καρυστία ήταν ο Θοδωρής Μπουγιούκος από το χωριό Κάψαλα. 

Πολλοί ερευνητές, εθνολόγοι, λαογράφοι, μουσικολόγοι, όπως ο Σίμων Καράς, ο Μάρκος Δραγούμης, ο Θανάσης Μωραΐτης, ο Ελευθέριος Αλεξάκης, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος και η ομιλούσα Ρενάτα Δαλιανούδη, ασχολήθηκαν με την πολιτισμική έκφραση του αρβανίτικου πληθυσμού, ενώ έχουν γίνει κατά καιρούς τηλεοπτικά αφιερώματα στο πλαίσιο ψυχαγωγικών εκπομπών με αφορμή την παράδοση.

Ειδική αναφορά έγινε στη Δόμνα Σαμίου, η οποία το 1977 ήρθε να καταγράψει τους μουσικούς και το ρεπερτόριο της νότιας Εύβοιας, στο πλαίσιο της εκπομπής της στην κρατική τηλεόραση «Μουσικό Οδοιπορικό με τον Δόμνα Σαμίου» (1976-1977).

Στο χορευτικό ρεπερτόριο της Καρυστίας συναντάμε τους ρυθμούς του νησιώτικου Συρτού, του καλαματιανού, ενώ αρκετά τραγούδια χορεύονται στα πατήματα του Καβαντορίτικου χορού. 

Ο Καβοντορίτικος είναι τοπικός χορός, που λέγεται και Καλλιανιώτικος (από την περιοχή Καλλιανού)ή Μουρμούρα ή Σταυρωτός. Είναι κατά βάση οργανικός στρωτός χορός, που λέγεται ότι έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Ο χορός παλιότερα χορευόταν από τους άνδρες, με λαβή από τον ώμο. Αργότερα μπήκαν κι οι γυναίκες.

Στο τέλος του σκοπού ακούγονται αυτοσχέδια δίστιχα στην αρβανίτικη και την ελληνική γλωσσα. Ο σκοπός αυτός παλιά παιζόταν με τσαμπούνα ή με λύρα και λαούτο ή τσαμπούνα και λαούτο. Όταν δεν υπάρχουν αυτά τα όργανα, τότε τον παίζουν με βιολί και λαούτο. 


Άλλα τραγούδια στο αρβανιτόγλωσσο καρυστινό ρεπερτόριο είναι -μεταξύ άλλων- τα: «Κυριαρίνο μέρμε μούα», «Στούρα μαντίλιν νε κράχατ», «Kush e shkundi dardhene» και «ποιος κουνάει την αχλαδιά» (σε αρβανίτικα και ελληνικά) και «Μπιρο Γιάνομ».

Στο μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο ανήκει κι ο σκοπός «σουλτάνα» από το Καβοντόρο και το τραγούδι «Σταυρούλα», που παλιότερα λεγόταν μόνον από γυναίκες.

Η καθηγήτρια κα Δαλιανούδη έκλεισε την ομιλία της, με την ευχή : "Να συνεχίσουμε όλοι μαζί, πολιτισμικοί θεσμοί, τοπικές αρχές, ερευνητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και κάτοικοι της περιοχής να διατηρούμε τη μουσικο-χορευτική παράδοση και τα τοπικά μουσικο-χορευτικά ιδιώματα, όχι ως μουσειακά είδη, αλλά ως μια ζώσα κληρονομιά, που στην παγκοσμιοποιημένη πλέον πολιτισμική κοινωνία μας, θα είναι γνώση, πλούτος και προίκα μας


ΒΙΝΤΕΟ Απόσπασμα από την ομιλία της κα Ρενάτας Δαλιανούδη, μόνιμης Επίκουρης Καθηγήτριας Εθνομουσικολογίας & Λαογραφίας ! "