Η πτυχιακή εργασία της Λένας Κατσαμάγκου στο Πάντειο για τον ποιητή Κώστα Καρτελιά


Η Λένα Κατσαμάγκου από το Αλιβέρι,
φοιτήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα "Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού" με κατεύθυνση τη Δημοσιογραφία, στο πλαίσιο της πτυχιακής της εργασίας, για την οποία, θα έπρεπε να πραγματοποιήσει μια συνέντευξη με ένα πρόσωπο από το χώρο του πολιτισμού, επέλεξε έναν άνθρωπο από τον τόπο της, τον καταξιωμένο ποιητή και στιχουργό Κώστα Καρτελιά.
Το eviaxpress.gr εξασφάλισε και δημοσιεύει, σε αποκλειστικότητα, την εργασία-συνέντευξ,η που επιμελήθηκε η φοιτήτρια Λένα Κατσαμάγκου με θέμα :
«Η ποίηση ως αντίβαρο στο αδιέξοδο!»

Ο πολιτισμός κάθε τόπου αποτελείται από τους ανθρώπους του. Δρώντας αυτόνομα ή προσφέροντας τις γνώσεις και τα έργα τους, προάγουν τον πολιτισμό. Ο Κώστας
Καρτελιάς, που μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της Κύμης στην Εύβοια, είναι ένας
από αυτούς τους ανθρώπους που με την πανελλήνια πλέον αναγνωρισιμότητά του για το ταλέντο του στη γραφή, έχει στρέψει το βλέμμα καλλιτεχνών προς το μέρος του και ο ίδιος προσπαθεί να βοηθήσει έμπρακτα, παρά τα εμπόδια που συναντά, μήπως τυχόν και αλλάξουν οι συνθήκες στην Κύμη. 

Ο κος Καρτελιάς αρχικά μας μίλησε για την ιδιαίτερη σχέση που έχει με την ποίηση
και γενικότερα με τη γραφή, διευκρινίζοντας ποιο ακριβώς ήταν το συμβάν στη ζωή του που τον έκανε να ξεκινήσει να γράφει, δηλώνοντας: 
«Η σχέση μου με την ποίηση είναι οργανική υπόθεση, όπως όταν κάποιος συνειδητοποιεί ότι είναι
ομοφυλόφιλος, κάπως έτσι θα μπορούσα να παρομοιάσω αυτή την «ιδιαιτερότητα»
που με χαρακτηρίζει. Βέβαια πιστεύω ότι λίγη σημασία έχει να έχεις γράψει ή όχι
ποιήματα στη ζωή σου, για να είσαι ποιητής. Σημασία έχει να ζεις ως ποιητής, να
υπερασπίζεσαι με τις πράξεις σου, με τη στάση ζωής σου ό,τι συνιστά αυτό που
αντιλαμβανόμαστε ως ποίηση. Μία στιγμή, η οποία δεν ξέρω αν ήταν μοιραία, ή αργά ή γρήγορα θα συναντιόμουν με την ποίηση, ήταν ο θάνατος της γιαγιάς μου. Τότε η μάνα μου με είχε στείλει να χτυπήσω την καμπάνα στο χωριό, όταν συνάντησα τον κύριο Κλέωνα, έναν γέρο συνταξιούχο συμβολαιογράφο. Όταν με ρώτησε ποιος πέθανε και του είπα η γιαγιά μου, άρχισε να μου απαγγέλλει ένα ποίημα του Μαρκορά "το στερνό μονοπάτι". 
Θυμάμαι είχα εντυπωσιαστεί τόσο που άρχισα να διαβάζω μετά μανίας μία ποιητική ανθολογία που είχε ο πατέρας μου στο σπίτι.»

Ο Κώστας Καρτελιάς έχει συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα στις παραγωγές του, με
ανθρώπους δίπλα στους οποίους έμαθε πολλά και αποτέλεσαν μεγάλη επιρροή για
τον ίδιο. Μιλώντας, λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους είπε συγκεκριμένα:
«Είναι πολλοί οι καταλύτες, όχι μόνο στη δική μου αλλά σε όλων των ανθρώπων την πορεία. Μία σημαντική προσωπικότητα στη ζωή μου ήταν ο Γιώργος Χειμωνάς.
Αυτός ο άνθρωπος στάθηκε δάσκαλος, φίλος, μέντορας, μάστορας, αλλά πιο πολύ
θεωρώ πως με επηρέασε η σκέψη του Ελύτη που βρήκα μέσα στο έργο του. Γενικά
δεν μου αρέσει να μιλάω για "μεγάλα ονόματα". Έχω συνεργαστεί με πολλούς ανθρώπους που ο καθένας είχε κάτι να μου πει. Ανθρώπους της ηλικίας μου που όταν ήμουν νέος ονειρευτήκαμε, σχεδιάσαμε και κάναμε σπουδαία πράγματα, όπως η Αιμιλία Παπαφιλίππου, ο Νίκος Τρανός, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Γιάννης Μετζικώφ, ο Λάμπης Ταγματάρχης και πολλοί άλλοι, φίλοι μου σπουδαίοι, που συνεργάζομαι ακόμα μαζί τους και κάνουμε πράγματα ακόμα και σήμερα. Βέβαια υπήρχαν και οι Μεγάλοι της προηγούμενης γενιάς, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Πέτρος Αμπατζόγλου και ο Γιάννης Μιγάδης, όπου με αυτούς, η σχέση έμπαινε σε μία άλλη βάση. Παρόλη την «ισότιμη» συνεργασία, υπήρχε πάντα η απόσταση των γενιών, των ηλικιών, των μύθων. Για όλες αυτές τις συναντήσεις και συνεργασίες νιώθω τυχερός.»

Άτυπον: όχι ένα περιοδικό τέχνης, αλλά ένα περιοδικό που αποτελεί τέχνη
Για το ξεκίνημα του περιοδικού «Άτυπον», σε μια δύσκολη περίοδο με στόχο να
μην είναι απλά ένα ακόμα περιοδικό τέχνης που θα παρουσιάζει έργα, αλλά να
αποτελεί το ίδιο τέχνη, ορίζει με ακρίβεια ότι: 
«Εκείνη την εποχή είχαν σχεδόν διαμορφώσει αυτό που λέμε lifestyle, ένα στιλ ζωής, έναν τρόπο να σκέφτεσαι και να υπάρχεις. Ένα πλήθος περιοδικών που στην ουσία πολύ συνειδητά σε οδηγούσε να θεωρείς ότι η ευτυχία είναι κάτι που μπορείς να αγοράσεις. Δεν ήταν μόνο τα περιοδικά, ήταν και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, ήταν οι δισκογραφικές εταιρείες και τα τραγούδια που επέλεγαν να παίζουν όλη μέρα. Δεν θα ξεχάσω τον στίχο "ακριβό μου διθέσιο που περνάς από το απαίσιο ξυστά, μη με πας από το σπίτι, στο Θεό να με πας" . 
Με άλλα λόγια, σου πέρναγε υποδόρια την εντύπωση ότι ένα ακριβό gadget
μπορεί να οδηγήσει σε συνάντηση με τον Θεό και αυτό βέβαια με καταστροφικά
αποτελέσματα που τα ζήσαμε στο μνημόνιο αργότερα, από την υπερχρέωση και τα
καταναλωτικά προϊόντα. Εκείνη την εποχή σκέφτηκα ένα άλλο περιοδικό που δεν θα μιλάει για τέχνη, δεν θα καθοδηγεί, θα είναι το ίδιο έργο τέχνης ή αν θέλετε καλύτερα εργασία τέχνης, όπου ο αναγνώστης σου θα ήταν ελεύθερος να βρίσκει μόνος του την εντός εισαγωγικών αλήθεια. Ήταν ένα ιδιαίτερο περιοδικό σε πολύ δύσκολεςσυνθήκες, όπου ήταν τόσες οι φωνές γύρω-γύρω, τόσος ο θόρυβος, που ήταν δύσκολο να το προσέξεις και να το ακούσεις.»

Άλεκτον: όταν η καθημερινότητα συναντάει την τέχνη
Ένα ακόμα επίτευγμα του Κώστα Καρτελιά ήταν η ίδρυση του «Άλεκτον», το οποίο
αποτέλεσε σημείο συνεύρεσης μεγάλων καλλιτεχνών και παρουσίασης τεράστιων
παραγωγών. 
«Το Άλεκτον το ιδρύσαμε μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά, με τη μορφή
σωματείου. Ένα κίνημα που να εμπλέκει την τέχνη με την καθημερινότητα. «Αν η
τέχνη ανέκαθεν αφοσιωνόταν σε θεότητες και αν το πιο ορθολογικό χαρακτηριστικό μίας θεότητας είναι η αθανασία, τώρα που δεν υπάρχουν πια θεοί, τώρα που οι μεγάλες κοσμοθεωρίες έχουν τελειώσει, τώρα που ακούμε βαριεστημένα το ψυχορράγημα της φιλοσοφίας, η μόνη θεότητα που κρατάει ακέραιη την Αθανασία της, είναι αυτή του καθημερινού. Η καθημερινότητα του καθενός μας με όλα τα απλά, με όλα τα συγκλονιστικά περιστατικά της, να μπορεί να θρησκεύεται σε μικρούς εσπερινούς τέχνης», αυτό είναι ένα απόσπασμα από το μανιφέστο του Άλεκτον, το οποίο έκανε έναν κύκλο ζωής γύρω στα 20 χρόνια. Εκεί συναντήθηκαν πολλοί καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπου παρήγαγε συγκλονιστικά πράγματα και που έκλεισε το 2010 όταν πια ο Χειμωνάς είχε πεθάνει. Και για μένα είχε κάνει τον κύκλο του. Οι παραγωγές που έκανε είναι πολλές. Οι πιο λαμπερές ήταν η Λυσιστράτη σε μορφή καμπαρέ σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και πρωταγωνιστές την Μάγια Μόργκενστερν και τον Βλαντ Ιβάνοβ. Μία παραγωγή στα αγγλικά που παίχτηκε στο Μέγαρο Μουσικής για πρώτη φορά και μετά έκανε διεθνή περιοδεία τόσο στην Ευρώπη όσο και σε 16 θέατρα της Αμερικής. Μία άλλη παραγωγή είναι το τραγούδι του νεκρού αδελφού σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη σε 5 γλώσσες βαλκανικές, με πέντε πρωταγωνιστές από τις χώρες των Βαλκανίων. Εκτός από αυτό το κοινό ποίημα, μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μία σου κόρη, το οποίο παίχτηκε σε αρκετές πρωτεύουσες της Ευρώπης σε μεγάλα θέατρα, υπήρξαν
και άλλες παραστάσεις που παίχτηκαν στη μικρή Επίδαυρο στο Ηρώδειο. Επίσης,
πολύ σημαντικές, μικρές παραγωγές δόθηκαν στο θεατράκι που είχε το Άλεκτον.»

Η απογοήτευση για τα πολιτιστικά του τόπου και τα εμπόδια που τίθενται
Όσον αφορά στον δήμο της Κύμης- Αλιβερίου, στον οποίο είναι και εντεταλμένος
σύμβουλος πολιτισμού και του ινστιτούτου του Γ. Παπανικολάου, ο κος Καρτελιάς
δηλώνει ιδιαίτερα απογοητευμένος, καθώς βρίσκει συνεχώς εμπόδια και δεν μπορεί
να προσφέρει όσα ο ίδιος θα ήθελε στον τόπο του, πιο συγκεκριμένα διευκρινίζει ότι:
« Εγώ δεν νιώθω εντεταλμένος σύμβουλος για θέματα πολιτισμού και του
Παπανικολάου. Έχω την αίσθηση ότι αυτός ο τίτλος έχει ήδη αναιρεθεί ουσιαστικά
από τον Δήμαρχο που μου τον έδωσε. Δεν έχω καμία συναισθηματική εμπλοκή πια
με τα πολιτιστικά του τόπου, περνάω μία περίοδο απογοήτευσης. Ξέρετε ο δήμος,
είναι μία πάρα πολύ σοβαρή έννοια, που οι άνθρωποι που προκρίθηκαν σήμερα στον συγκεκριμένο δήμο του τόπου μας να την προστατεύσουν και να τη διαχειριστούν, κατά τη δικιά μου ταπεινή άποψη, δεν ξέρουν ούτε τι είναι ούτε πώς γίνεται αυτό. Περιορίζονται στη διαχείριση μιας καθημερινότητας και αυτό τσαπατσούλικα, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς ένα όραμα, χωρίς ένα πάθος. Είμαι δύο χρόνια στο δημοτικό συμβούλιο και δεν έχω ακούσει ούτε από τον Δήμαρχο ούτε από κάποιον αντιδήμαρχο να φλέγεται για ένα όραμα, για μία ιδέα που ονειρεύεται. Κυριολεκτικά μέσα στα συμβούλια νιώθω άχρηστος και περιττός, κανείς δεν με έχει ανάγκη, κανείς δεν ρωτάει τις απόψεις μου. Αν καμιά φορά διεκδικήσω να τις πω ο πρόεδρος μου κλείνει και τα μικρόφωνα. Δυστυχώς, κλείνοντας, δεν έχω να σας δώσω κάτι που να έχει γλυκιά αίσθηση  ή ένα ωραίο χρώμα αισιοδοξίας.»