Ο Ευβοιώτης ποιητής Κώστας Καρτελιάς γράφει σε Αθηναϊκή εφημερίδα για το Μίκη Θεοδωράκη



Σε ηλικία 18 ετών ο Κώστας Καρτελιάς το 1976 αφήνει το μικρό χωριό του Πύργου της Κύμης για να ακολουθήσει τα όνειρα του στην πόλη της Αθήνας, καταγράφοντας μια πολύ σπουδαία πορεία και γνωρίζοντας σπουδαίους Έλληνες καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους, είχε την εξαιρετική εμπειρία να γνωρίσει και να συνεργαστεί και με τον Μίκη Θεοδωράκη.


Για πρώτη φορά οι δύο τους συναντιόνται το 1992, σε ένα δρώμενο-συναυλία που ο Κώστας Καρτελιάς είχε διοργανώσει στο σταθμό Λαρίσης Μ. Τετάρτη τότε, με τίτλο "ΤΑ ΠΑΘΗ" εμπνευσμένη από τον "ΕΠΙΤΑΦΙΟ" του Μίκη Θεοδωράκη, από τον οποίο είχε ζητήσει με μια επιστολή την συναίνεσή του.
Η συναυλία είχε στηθεί με μία κλασική βερσιόν πιάνο φωνή με δύο σπουδαίους καλλιτέχνες του Σαράντη Κασσάρα και τη Νένα Βενετσάνου στην ερμηνεία. Τη βραδιά πλαισίωναν 11 εικαστικοί καλλιτέχνες και 11 βαγόνια που μετέφερε ο Κώστας Καρτελιάς από την αποθήκη Μενιδίου τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί για μεταφορά κρατουμένων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτά τα βαγόνια ανέλαβαν οι εικαστικοί και τα μετέτρεψαν ο καθένας, ένα από αυτά, με ένα διαφορετικό έργο εμπνευσμένο από τα Πάθη Του Κυρίου. Έμοιαζαν με μικρά εκκλησάκια που φωτίζονταν αχνά με την φλόγα των κεριών.
Ο Μίκης Θεοδωράκης ένιωσε μια ευχάριστη έκπληξη και πραγματικά ενθουσιασμένος βλέποντας από κοντά υλοποιημένη την ιδέα του Κώστα Καρτελιά με τον οποίο στη συνέχεια αναπτύσσει ισχυρούς δεσμούς φιλίας ενώ λίγα χρόνια αργότερα το 2003 ο Μίκης Θεοδωράκης ξεκινάει να μελοποιεί τα ποιήματα του Κώστα Καρτελιά και το 2007 παρουσιάζει το νέο του έργο βασισμένο σε αυτά "Οδύσσεια".

Μάλιστα τότε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης είχε σχολιάσει :
Τα τραγούδια γράφτηκαν τον περασμένο Απρίλιο. Όταν διάβασα τα ποιήματα του Κώστα Καρτελιά ένιωσα αιφνιδίως ένα σκίρτημα, όπως μου συνέβαινε όταν ήμουν νεότερος. Θέλω να ευχαριστήσω και να επαινέσω τον νέο ποιητή Κώστα Καρτελιά που μου έδωσε αυτό το σκίρτημα και με έκανε να νιώσω στα 81 μου χρόνια σαν 18!

Η ιέρεια του μουσικού έργου του Μ. Θεοδωράκη κα. Μαρία Φαραντούρη είχε πει :

Μας ξάφνιασε ο Μίκης Θεοδωράκης με αυτό το νέο, φρέσκο και ρομαντικό έργο. Έχουμε συνηθίσει τη δωρική του έκφραση αλλά πάντα στα τραγούδια του υπέφωσκε λυρισμός. Ο Μίκης Θεοδωράκης πάντα μελοποιούσε καταξιωμένους ποιητές αλλά αυτή τη φορά τον συγκίνησαν τα ποιήματα ενός νέου ποιητή του Κώστα Καρτελιά και η όμορφη ιδέα του σύγχρονου Οδυσσέα.

Ενώ ο ποιητής Κώστας Καρτελιάς είχε αναφέρει :

Έγραψα αυτούς τους στίχους ακούγοντας τη "Βεατρίκη". Ένιωσα όλο αυτό το διάστημα τι σημαίνει η αρετή της γενναιοδωρίας. Πριν είχα μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό μου. Αυτό είναι κυρίως το όφελός μου απ' αυτή τη συνεργασία.

Σήμερα, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ο Κώστας Καρτελιάς γράφει σε μεγάλη Αθηναϊκή εφημερίδα. 

 Στον πρόλογό της η εφημερίδα αναφέρει :  

Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά, διάσημοι και οι ίδιοι καταξιωμένοι και ταλαντούχοι συνεργάτες και φίλοι του και συνοδοιπόροι του στην τέχνη ή στους αγώνες καταθέτουν μία ή πολλές ώρες χαρακτηριστικές όχι μόνο της προσωπικότητάς του αλλά και αυτής της λάμψης που εξέπεμπε της σιγουριάς και του χαρίσματος της ασφάλειας της γνώσης και της αυτοπεποίθησης.
Τον αποχαιρετούν 5 σπουδαίοι: Ο Βασίλης Βασιλάκος (συγγραφέας), η Ελένη Καραΐνδρου (συνθέτρια), ο Κώστας Καρτελιάς (ποιητής στιχουργός), ο Λουκάς Καρυτινός (αρχιμουσικός), ο Φώντας Λάδης (ποιητής στιχουργός) και η Μαρία Φαραντούρη (ερμηνεύτρια)




Ο Κώστας Καρτελιάς γράφει στην εφημερίδα :

Ήταν η εποχή που ηχογραφούσαμε την Οδύσσεια... κάθε απόγευμα στις 6:00 πηγαίναμε στο σπίτι του η Μαρία Φαραντούρη που την ερμήνευε η Ίρινα Βαλεντίνοβα, η οποία είχε την ευθύνη της ενορχήστρωσης και εγώ.. ακούγαμε όλοι μαζί τη δουλειά που είχε γίνει το πρωί στο studio μας περίμενε πάντα στο σαλόνι καθισμένος σε μία πολυθρόνα με τα πόδια του να ακουμπούν σε ένα σκαμπό μπροστά της.. ήταν τότε ογδόντα ενός, φορούσε παντόφλες και μέσα από τις μαύρες κάλτσες διέκρινες κάποιο ελαστικό λευκό επίδεσμο, φαντάζομαι για τα πρησμένα του πόδια. Άκουγε πάντα με προσοχή την ηχογράφηση κοιτώντας την παρτιτούρα και αναλόγως έκανε διορθώσεις και προτάσεις για την επόμενη μέρα.. πάντα ευγενής πάντα έτοιμος να ακούσει και ανοιχτός στο διάλογο πάνω στο έργο... τόσο με την Ιρίνα όσο και με τη Μαρία... ένα από αυτά τα απογεύματα και σε μία προσπάθειά του να εξηγήσει στην Ιρίνα μία μουσική φράση έπιασε το μπαστουνάκι του και σηκώθηκε από την πολυθρόνα να πάει στο πιάνο να παίξει κάτι πάνω σε ένα συγκεκριμένο τραγούδι.. για να εξηγήσει προφανώς το πώς το ήθελε...
Παρατηρούσα τα χέρια του.. ο χρόνος ήταν εμφανής πάνω τους.. σκέφτηκα ότι θα έπαιζε μόνο δυο τρεις νότες έτσι ώστε να γίνει κατανοητό αυτό που ήθελε.. κάθισε θυμάμαι στο σκαμπό και άρχισε να παίζει... να παίζει... καθόμουν στον καναπέ και έβλεπα τα μαλλιά του λοξά έμοιαζαν με μία χαίτη λιονταριού.. χάθηκα.. ένιωθα τη μουσική να γεμίζει ασφυκτικά το δωμάτιο να φουσκώνουν οι τοίχοι από τη μελωδία.. ένιωθα στα μάγουλά μου να κυλούν νερά.. θυμήθηκα τον πατέρα μου που με πήγε στους πάνω ώμους του από τη Ραφήνα στην Αθήνα σε εκείνη τη πορεία Ειρήνης του 64.. θυμήθηκα τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τους αριστερούς φίλους του πατέρα μου που χαμηλόφωνα μιλούσαν για ιστορίες από την εξορία.. βγήκα έξω από το χρόνο, έξω από το χώρο λες και η μουσική με είχε αρπάξει και με ταξίδευε πίσω, μπρος, μέσα μου και μέσα στους άλλους. Δεν θυμάμαι να πω πόση ώρα έπαιξε.. θυμάμαι μόνο όταν σηκώθηκε και ξανάπιασε το μπαστουνάκι του.. πέρασε μπροστά μου, πέρασε μπροστά από τη Μαρία, από την Ειρήνη και στάθηκε στην πόρτα.. γύρισε με κοίταξε στα μάτια.. (δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό το βλέμμα) και μου είπε..
"Είμαι 81 χρόνων... δεν έβαλα ποτέ τα χέρια μου πάνω στο πιάνο χωρίς να πάρω φωτιά.. όμως τώρα κουράστηκα, θέλω να πάω να ξαπλώσω.. έφυγε για το υπνοδωμάτιο του αφήνοντας μας στο σαλόνι με την ηχώ από την μουσική του, στη γεμάτη από την μεγάλη ψυχή του σιωπή μας..."