Δημοκρατική Συνεργασία Eκπαιδευτικών Π.Ε : Συνοπτικός Συνταξιοδοτικός Οδηγός 2022



Η Δημοκρατική συνεργασία Εκπαιδευτικών Π.Ε. ανακοίνωσε  τον  Συνοπτικό Συνταξιοδοτικό Οδηγό του  2022.
Αίτηση παραίτησης μόνιμου εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υποβάλλεται από 1 ης Φεβρουαρίου μέχρι και την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την πάροδο του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική
σχέση στις 31 Αυγούστου.
 Οι αιτήσεις παραίτησης των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που υποβάλλονται μετά την πρώτη εργάσιμη ημέρα που έπεται του πρώτου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου, καθώς και κατά τη διάρκεια του αμέσως επόμενου διδακτικού έτους γίνονται αποδεκτές με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων (Κ.Υ.Σ.Π.Ε./Κ.Υ.Σ.Δ.Ε.) για εξαιρετικούς λόγους, όπως βαριές και δυσίατες ασθένειες, οι οποίες αποδεικνύονται από πιστοποιητικά Υγειονομικής Επιτροπής ή Δημόσιου Νοσοκομείου, ή
για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους (άρθρο 46 του Ν.4777/17-02-2021).
Ανάκληση αίτησης παραίτησης λόγω μη ύπαρξης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης για το εκπαιδευτικό προσωπικό, μπορεί να κατατίθεται μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης παραίτησης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 148 του Ν.3528/2007.
Οι εκπαιδευτικοί απολύονται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία με τη λήξη του διδακτικού έτους (άρθρο 4, παρ. 1 του Ν.3687/2008), λόγω ορίου ηλικίας, με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας τους (άρθρο 59, παρ. 1, 2 του Ν.4369/2016) με πλήρη σύνταξη, αναλογική πάντα των ετών υπηρεσίας που θα έχουν. Απαραίτητη προϋπόθεση, στην περίπτωση αυτή, είναι η 15ετία ως ελάχιστη προϋπηρεσία. 
Για την αυτοδίκαιη απόλυση, λόγω ορίου ηλικίας, ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης (άρθρο 155, παρ. 3 του Ν.3528/2007).
Σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 10 του Ν.4151/2013, υπάλληλος που αποχωρεί από την Υπηρεσία προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί και λόγω πλάνης περί τα πράγματα δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις για την άμεση καταβολή της σύνταξής του, μπορεί να επανέλθει στην Υπηρεσία μετά από αίτησή του, η οποία υποβάλλεται στον φορέα που αποχώρησε εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων, το οποίο και τον πληροφορεί σχετικά. 
Το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση από την Υπηρεσία μέχρι την επαναφορά σε αυτή δεν λογίζεται συντάξιμο και δεν καταβάλλονται αποδοχές για αυτό.
Επισημαίνουμε ότι στις αιτήσεις παραίτησης εκπαιδευτικών, ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Κ.Υ.Σ.Π.Ε.), οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να γράφουν για ποιο λόγο ζητούν να παραιτηθούν από την Υπηρεσία, π.χ. για λόγους υγείας ή για ιδιαίτερα σοβαρούς οικογενειακούς λόγους και όχι
για λόγους συνταξιοδότησης ή προσωπικούς λόγους ή επαγγελματικούς λόγους, κλπ. Στην περίπτωση αίτησης παραίτησης για λόγους υγείας υποβάλλονται δικαιολογητικά από Δημόσιο Νοσοκομείο ή Κέντρα Πιστοποίησης
Αναπηρίας ή από την Ανώτατη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή (Α.Σ.Υ.Ε.), όταν πρόκειται για ειδικές παθήσεις. Στην περίπτωση αίτησης παραίτησης για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους αναγράφονται
υποχρεωτικά οι επικαλούμενοι λόγοι και υποβάλλονται δικαιολογητικά (π.χ. πιστοποιητικό οικογενειακής
κατάστασης, βεβαίωση εργασίας συζύγου σε άλλη πόλη/χώρα, κλπ.) που να αποδεικνύουν τους παραπάνω λόγους.
Επειδή έχει δημιουργηθεί σύγχυση σχετικά με το χρονικό διάστημα μετά την 01-01-2022 ότι, εάν δεν συνταξιοδοτηθεί κάποιος/α που, ήδη, έχει θεμελιώσει μέχρι τις 31-12-2021 δικαίωμα συνταξιοδότησης (απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και αρχικό ή αφετηριακό ηλικιακό όριο είτε με ανήλικο είτε χωρίς
ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με τους πίνακες 1 & 2 του ν.4336/2015), μετά θα συνταξιοδοτηθεί στα 67 με πλήρη σύνταξη και με μειωμένη στα 62 ή εναλλακτικά με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, διευκρινίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει και μπορεί να αποχωρήσει οποτεδήποτε.

Ειδικότερα, αν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης (και με αναγνώριση πλασματικών ετών) συμπληρώθηκαν εντός της μεταβατικής περιόδου, από 19-08-2015 έως 31-12-2021, αλλά το νέο ηλικιακό όριο συμπληρώνεται από 01-01-2022 και μετά, η σύνταξη θα καταβληθεί κατά το έτος που θα συμπληρωθεί
το νέο ηλικιακό όριο, σύμφωνα με τους πίνακες 1 ή 2 του ν.4336/2015. Π.χ. Άνδρας/γυναίκα διορισθείς/είσα το 1984 και έτος γέννησης το 1962, μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί με τη διάταξη του ν.3865/2010, όταν συμπλήρωνε τα 35 χρόνια υπηρεσίας και το 58 ο έτος της ηλικίας. 
Σύμφωνα με τον ν.4336/2015 τα 35 χρόνια υπηρεσίας συμπληρώθηκαν το 2019 και το 58 ο έτος (αρχικό ή αφετηριακό ηλικιακό όριο) συμπληρώνεται το
2020. Το νέο όριο ηλικίας, σύμφωνα με τον πίνακα 1, είναι η συμπλήρωση του 61 ου έτους (μεταβατικό όριο ηλικίας) και θα συνταξιοδοτηθεί το 2023 που συμπληρώνεται το 61 ο έτος της ηλικίας του και όχι στα 67. Αν τα
35 χρόνια υπηρεσίας συμπληρώνονται εντός της μεταβατικής περιόδου, δηλ. μέχρι τις 31-12-2021, αλλά το αρχικό ή αφετηριακό ηλικιακό όριο (58) συμπληρώνεται μετά το 2022, τότε θα συνταξιοδοτηθεί στα 67 με πλήρη και με μειωμένη στα 62 ή εναλλακτικά με 40 χρόνια υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών.
Μετά την 01-01-2022 παύουν να ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις του ν.4336/2015 που προβλέπουν σταδιακή αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από 19-08-2015 έως 31-12-2021. Συνεπώς, αν τα
απαιτούμενα έτη υπηρεσίας/ασφάλισης συμπληρώνονται μετά την 01-01-2022 η συνταξιοδότηση πραγματοποιείται στα 67 με πλήρη και με μειωμένη στα 62 ή με 40 χρόνια υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, ανεξάρτητα από το πότε συμπληρώνεται το ηλικιακό όριο.
Συμπερασματικά, όσοι/όσες θεμελιώνουν δικαίωμα με 25ετία (και με αναγνώριση πλασματικών ετών, π.χ. στρατιωτική θητεία, χρόνος σπουδών, χρόνος τέκνων, γονική άδεια ανατροφής), μετά την 01-01-2013 (είτε ασφαλίστηκαν μέχρι το 1992 είτε μετά το 1993), τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γι’ αυτούς είναι στα 67 για
πλήρη και στα 62 για μειωμένη σύνταξη ή συνταξιοδότηση με 40 έτη υπηρεσίας/ασφάλισης και ηλικία, τουλάχιστον, 62 ετών για πλήρη σύνταξη (ν.4093/2012).
Για την εξαγορά πλασματικού χρόνου τέκνων απαιτούνται 15 έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και ο χρόνος αυτός υπολογίζεται τόσο για τη θεμελίωση όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης. Για την εξαγορά πλασματικών ετών σπουδών απαιτούνται 12 έτη ασφάλισης είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό
τομέα. Αναγνώριση χρόνου σπουδών μπορεί να γίνει και να υπολογιστεί για θεμελίωση μετά την 01-01-2011.
Για τον χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίστηκε το ποσό της εξαγοράς. Η αίτηση εξαγοράς πλασματικών ετών ασφάλισης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, ακόμα και ταυτόχρονα με την αίτηση συνταξιοδότησης, αλλά σε καμία περίπτωση μετά την αίτηση συνταξιοδότησης. Το κόστος εξαγοράς από 01/01/2020 είναι, πλέον, για τους δημοσίους υπαλλήλους 20% επί των συντάξιμων αποδοχών (βασικός μισθός και τυχόν επίδομα θέσης ευθύνης). Για όσους/όσες είχαν υποβάλει σχετική αίτηση εξαγοράς πλασματικών ετών τα προηγούμενα χρόνια
το κόστος εξαγοράς παραμένει φθηνότερο. Το ποσό εξαγοράς μπορεί να καταβληθεί είτε εφάπαξ με έκπτωση 2% για κάθε ακέραιο έτος εξαγοράς είτε σε δόσεις (ν.4425/2016, άρθρο 1).
Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνεται ο Μ.Ο. των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου επί των οποίων έγιναν κρατήσεις για την κύρια σύνταξη από 01-01- 2002 (έναρξη μηχανογράφησης) έως την ημερομηνία εξόδου από την υπηρεσία.
Παλιοί και νέοι ασφαλισμένοι που ανήκουν στην κατηγορία των «ειδικών παθήσεων» μπορούν να αποχωρήσουν με τη συμπλήρωση 15ετίας χωρίς όριο ηλικίας. Στην κατηγορία των ειδικών παθήσεων ανήκουν
οι παραπληγικοί, τετραπληγικοί, οι πάσχοντες από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η μεσογειακή αναιμία κ.ά. με ποσοστό ανικανότητας 67% τουλάχιστον, που πιστοποιείται από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή Στρατού
(ν.3620/2007 και ν.3865/2010).
Τα όρια ηλικίας για μειωμένη σύνταξη δεν έχουν αλλάξει με τους ν.4336/2015 και ν.4337/2015 και παραμένουν τα ίδια με αυτά που προέβλεπαν οι συνταξιοδοτικές διατάξεις του ν.3865/2010. Συγκεκριμένα, με
μειωμένη σύνταξη μπορούν να αποχωρήσουν:
Α) Άνδρες και γυναίκες με 25ετία ως το 2010 (χωρίς ανήλικο τέκνο), στο 60 ο και το 55 ο έτος τους αντίστοιχα, διορισμένοι είτε πριν είτε μετά το 1983, όποτε αυτό συμπληρωθεί.
Β) Άνδρες και γυναίκες που είχαν 25ετία το 2011 ή το 2012 (χωρίς ανήλικο τέκνο) μπορούν να αποχωρήσουν με μειωμένη σύνταξη, όταν συμπληρώσουν το 56 ο ή 58 ο έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα.
Γ) Άνδρες και γυναίκες με 25ετία από το 2013 και μετά αποχωρούν με μειωμένη στα 62 έτη.

Όσοι συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη έχουν ποινή 6% για κάθε έτος που υπολείπεται του αντίστοιχου ορίου ηλικίας για πλήρη σύνταξη με τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τον πίνακα 2 του ν.4336/2015. Η ποινή εφαρμόζεται στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης (τα 384€) με ανώτατο όριο το
30%, δηλ. τα 115,20€ και δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό αυτό. Η μείωση της Εθνικής Σύνταξης που θα προκύψει θα είναι εφ’ όρου ζωής.
Στην περίπτωση μειωμένης σύνταξης, το ίδιο ποσοστό μείωσης (έως 30%) ισχύει και στην επικουρική σύνταξη από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης & Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ - πρώην ΤΕΑΔΥ) για τα έτη ασφάλισης έως 31-12-2014.
Η μείωση στο εφάπαξ στα μνημονιακά χρόνια ήταν 45-50% περίπου. Σύμφωνα με τον ν.4387/2016 ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ έχει, πλέον, αλλάξει και από 01/01/2014 και μετά πραγματοποιείται, στην ουσία, επιστροφή εισφορών των υπαλλήλων και μάλιστα άτοκα, καθώς δεν υπάρχει ανταποδοτικότητα.