Βουλευτής Ευβοίας Αποστόλου: "Τα φαινόμενα καρτέλ και ολιγοπωλίων ζουν και βασιλεύουν στην ελληνική πραγματικότητα"

 


Ομιλία του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ευβοίας και πρώην Υπουργού, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του σ/ν Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων «Εκσυγχρονισμός του δικαίου ανταγωνισμού για την ψηφιακή εποχή - Τροποποίηση του ν.3959/2011 και ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς».

“Μιλάμε σήμερα για ανταγωνισμό και δυστυχώς αυτό που δεν κυριαρχεί στην αίθουσα, ειδικά από την πλευρά σας κύριοι της Κυβέρνησης, είναι οι ενέργειές σας για καλύτερες τιμές στον καταναλωτή.

Τι βιώνει ο Έλληνας πολίτης αυτή την ώρα;

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το Δεκέμβρη, ένα πληθωρισμό που καλπάζει. 5,1% μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας και ανησυχίας για την επόμενη ημέρα, τόσο για την πανδημία, όσο και για την οικονομία.

Το πρόβλημα για το μισθωτό των 500 ευρώ και τον συνταξιούχο των 360 ευρώ γίνεται εξοντωτικό και ιδιαίτερα όταν αφορά στο ηλεκτρικό ρεύμα, στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, στο φυσικό αέριο.

Έρχεται ένα κύμα ανατιμήσεων στην ελληνική αγορά που θα προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στη καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων.

Γι αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαία η άμεση λήψη μέτρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταθέσει τις προτάσεις του που μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα.

Αναφέρω χαρακτηριστικές:

1. Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ για να προστατευτεί το διαθέσιμο εισόδημα και να τονωθεί η κατανάλωση. Ακολούθησε το 2% της πρωθυπουργικής εξαγγελίας που αντιμετωπίστηκε ως εμπαιγμός ο κ. Μητσοτάκης αντέδρασε με έναν επικοινωνιακό χειρισμό. Μία νέα αύξηση το Μάϊο. Κάτι ανάλογο έκανε πριν από λίγο ο Υπουργός Εργασίας ο κ. Χατζηδάκης Όμως η κατάσταση είναι τραγική και απαιτεί άμεσες και συγκεκριμένες επεμβάσεις τώρα κι όχι σε μερικούς μήνες.

2. Μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης για πετρέλαιο θέρμανσης, κίνησης και για βενζίνη, στα κατώτερα επιτρεπτά ευρωπαϊκά επίπεδα. Έχουμε καταθέσει σχετική τροπολογία για την περίοδο Οκτώβρης 2021 έως τέλος Μάρτη του 2022.

3. Μείωση τιμολογίων της ΔΕΗ ώστε να συμπαρασύρει και τους ιδιώτες παρόχους 

4. εξαντλητικούς ελέγχους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.


Κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας του νομοσχεδίου στην Επιτροπή περιμέναμε να ακούσουμε τις προτάσεις της Κυβέρνησής σας.

Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα έγινε πλέον φανερή η αδυναμία της να προστατέψει τα λαϊκά στρώματα από τις επαναλαμβανόμενες αυξήσεις των τιμών και την εκτίναξη του κόστους ζωής.

Επιπλέον έγινε εξόφθαλμα αντιληπτή η διαφωνία και η ανακολουθία των κυβερνητικών στελεχών για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Οι υπουργοί σας φαίνεται ότι δεν συνεννοούνται και δεν επικοινωνούν, με αποτέλεσμα να αλληλοαναιρούνται καθημερινά μέσα από τις δηλώσεις τους.

Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων ο κ. Γεωργιάδης προσεγγίζει την επίλυση του προβλήματος σε αντίθετη κατεύθυνση από τον Υπουργό Οικονομικών κ. Σταϊκούρα, ενώ αποδίδει βασικό ρόλο στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Αντίθετα ο πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού κ. Λιανός, στην Επιτροπή, επέρριψε την ευθύνη σε άλλους «αρμόδιους φορείς».

Ισχυρίστηκε μάλιστα πως η Επιτροπή έχει ενεργό δράση εναντίον της αισχροκέρδειας και πως είναι αρμόδια να παρέμβει όταν αυξάνεται μια τιμή μόνο σε περίπτωση που αυτή η αύξηση είναι προϊόν καρτελικής σύμπραξης ή σε περίπτωση που υπάρχει μια υπερβολική τιμή, που βεβαίως ορίζεται από εταιρίες οι οποίες έχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά, ανακατασκευάζοντας ουσιαστικά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του και τα όσα ανακοινώνονταν σε Δελτίο Τύπου της Επιτροπής.

Όμως τα φαινόμενα καρτέλ και ολιγοπωλίων ζουν και βασιλεύουν στην ελληνική πραγματικότητα και ιδιαίτερα στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, που έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους στην Ευρώπη.

Ο εκβιασμός τον οποίον καταφέρνουν στους προμηθευτές τους, αγρότες και παραγωγούς, για να τους πουλήσουν σε τιμές κάτω του κόστους και με εξάμηνη πίστωση, ενώ την ίδια στιγμή οι καταναλωτές στο ράφι πληρώνουν σε τιμές υπερκοστολόγησης και μετρητοίς, αποτελεί μέρος της ελληνικής πραγματικότητας.

Η ακρίβεια δυστυχώς, είναι εδώ και το βασικό ζήτημα είναι ότι πλήττονται οι πιο φτωχοί πολίτες.

Σύμφωνα με έρευνα που έδωσαν στη δημοσιότητα η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) και το Ινστιτούτο Εργασίας το 82% των εργαζομένων δηλώνει ότι η μηνιαία επιβάρυνση του νοικοκυριού τους από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των βασικών ειδών διατροφής αναμένεται να είναι «πολύ μεγάλη» ή «μεγάλη», με μόλις το 14% να την εκτιμά ως «μικρή» ή «πολύ μικρή».

Τα παραπάνω ποσοστά διαφοροποιούνται όταν συγκριθούν με το ύψος του εισοδήματός τους. Οι εργαζόμενοι με μηνιαία αμοιβή έως 500 ευρώ δηλώνουν κατά 100% ότι αναμένουν πολύ μεγάλη επιβάρυνση, ενώ μόνο το 19% όσων δηλώνουν μηνιαία αμοιβή από 1.500 ευρώ και πάνω αναφέρει ότι αναμένει πολύ μεγάλη επιβάρυνση.

Η Κυβέρνηση, όμως, περιορίζεται σε παθητική στάση στις συνεχιζόμενες ανατιμήσεις στις τιμές των προϊόντων. Αφήνει την αγορά να αυτορυθμιστεί, όταν είναι σαφές ότι τα πράγματα είναι εκτός ελέγχου, σε συνδυασμό με την εκτόξευση του κόστους ενέργειας.

Όχι μόνο δεν λαμβάνει μέτρα για τη μείωση των τιμών αλλά δεν προχωρά και σε ελέγχους για να αντιμετωπιστούν φαινόμενα αισχροκέρδειας. Οδηγείτε κύριοι τη χώρα για μια ακόμη φορά μέσα από την ακρίβεια και μέσα από την τραγική διαχείριση της πανδημίας στη καταστροφή. Φτάνει πια.”