ΚΕΕΕ: Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων της προσεχούς περιόδου είναι μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα και τις επιχειρήσεις

 


«Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων της προσεχούς περιόδου είναι μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα και τις επιχειρήσεις» δήλωσε ο πρόεδρος της ΚΕΕΕ  κ.  Γ. Μασούτης

«Οι ευκαιρίες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα πρόσθετα σχέδια για την μετά λιγνίτη εποχή και τα μέτρα που αναμένονται» τα βασικά σημεία της ομιλίας κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ο Ιωάννης Μασούτης, πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος στη διευρυμένη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στη Φλώρινα.

 Η ΟΜΙΛΙΑ του Προέδρου της ΚΕΕΕ





Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω τον πρόεδρο, κ. Σαπαλίδη, αλλά και το Διοικητικό Συμβούλιο και τα στελέχη του Επιμελητηρίου Φλώρινας για τη θερμή τους υποδοχή και φιλοξενία. 

Η σημερινή διευρυμένη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής εστιάζει στα προβλήματα, στις προκλήσεις, αλλά και στις ευκαιρίες που καλούνται να διαχειριστούν στα επόμενα χρόνια οι επιχειρήσεις της Φλώρινας – και ευρύτερα της Δυτικής Μακεδονίας.

Είναι γνωστό ότι το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου δέχεται το τελευταίο διάστημα ασφυκτικές πιέσεις.

Η εκτόξευση των τιμών στην ενέργεια και σε βασικά αγαθά έχει προκαλέσει ισχυρό σοκ στην πραγματική οικονομία. Μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες για τις επιχειρήσεις.

Τα Επιμελητήρια της χώρας γνωρίζουν από πρώτο χέρι την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Ως Ένωση, έχουμε ζητήσει, έχουμε προτείνει και συνεχίζουμε να διεκδικούμε παρεμβάσεις, για τη στήριξη των επιχειρήσεων αλλά και των ευάλωτων νοικοκυριών.

Τα μέτρα που έχει λάβει ως τώρα η κυβέρνηση – με κυριότερο την κρατική επιδότηση για την κάλυψη των ενεργειακών επιβαρύνσεων – είναι στη σωστή κατεύθυνση. Και θα πρέπει να συνεχιστούν για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί. Παράλληλα, όμως, πρέπει να δημιουργήσουμε και προϋποθέσεις ανάκαμψης των επιχειρήσεων και των τοπικών οικονομιών, για την επόμενη μέρα.

Σε αυτή την προσπάθεια θα έχει αναμφίβολα κρίσιμο ρόλο η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ. Οι πόροι αυτοί συνιστούν το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πακέτο που έχει διατεθεί ποτέ στη χώρα. Και μπορούν να οδηγήσουν όχι μόνο στην επανεκκίνηση, αλλά στην ανασύσταση της ελληνικής οικονομίας, με όχημα την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, την καινοτομία, την εξωστρέφεια.

Ειδικότερα από το Ταμείο Ανάκαμψης, η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει πόρους ύψους άνω των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ, για τη στήριξη δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Τα κονδύλια αυτά θα διατεθούν κατά ένα μέρος με τη μορφή επιδοτήσεων, για δράσεις που αφορούν την ψηφιοποίηση, την ενεργειακή αναβάθμιση, τον πρωτογενή τομέα και την ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού. Κι ένα ακόμη μέρος θα διατεθεί μέσω των τραπεζών, με τη μορφή χαμηλότοκων δανείων, για επενδύσεις στην καινοτομία και την ψηφιοποίηση, για δράσεις προώθησης της εξωστρέφειας, αλλά και για την υποστήριξη της επιχειρηματικής μεγέθυνσης, μέσω συγχωνεύσεων και συνεργασιών.

Σημαντικοί πρόσθετοι πόροι προς τις επιχειρήσεις θα διοχετευθούν και μέσω του ΕΣΠΑ και ειδικότερα μέσω του προγράμματος για την Ανταγωνιστικότητα.

Στα επόμενα χρόνια, λοιπόν, δεν θα λείψουν οι ευκαιρίες. Το ζητούμενο είναι να αξιοποιηθούν έγκαιρα και σωστά.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μην καταφέρουμε να απορροφήσουμε τους πόρους, μέσα στα στενά χρονοδιαγράμματα που έχουν τεθεί.

Πρέπει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχουμε αρκετά ώριμα και επιλέξιμα έργα, τα οποία θα μπορέσουν να ενταχθούν και να χρηματοδοτηθούν. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει, χωρίς την κινητοποίηση και την υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Γιατί είναι πολλές οι επιχειρήσεις που σήμερα είτε δεν γνωρίζουν τις ευκαιρίες που παρέχουν τα νέα προγράμματα, είτε δυσκολεύονται να διαμορφώσουν κατάλληλα επιχειρηματικά πλάνα.

Θα χρειαστούν λοιπόν συντονισμένες κινήσεις σε αυτό το επίπεδο. Θα χρειαστεί συστηματική ενημέρωση και μηχανισμοί συμβουλευτικής υποστήριξης. Θα χρειαστεί να υπάρξει ειδικός σχεδιασμός για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στα δάνεια που θα διοχετευθούν μέσω των τραπεζών. Και – βεβαίως – θα πρέπει να αξιοποιηθεί κατάλληλα ο ρόλος των Επιμελητηρίων, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως «αγωγοί» της ενημέρωσης σε τοπικό επίπεδο.

Κυρίες και Κύριοι,

Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων της προσεχούς περιόδου είναι μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα και για τις επιχειρήσεις της.

Εξίσου σημαντική πρόκληση, όμως, για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι αυτή της ενεργειακής μετάβασης.

Εδώ και μήνες, οι εξελίξεις στο μέτωπο της ενέργειας είναι καταιγιστικές. Η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει σπάσει τα ρεκόρ όλων των εποχών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφασίσει την απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο.

Η απόφαση της Ρωσίας να παγώσει τις προμήθειες προς την Πολωνία και τη Βουλγαρία, έχει σημάνει συναγερμό στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Και το γεγονός ότι η Ελλάδα εισάγει πάνω από το 80% της ενέργειας που καταναλώνει, κάθε άλλο παρά βοηθά στη διαχείριση της κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι για την ώρα επιβεβλημένη η προσαρμογή του ενεργειακού προγράμματος της χώρας και η παράταση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων ως το 2028.

Ωστόσο, η λύση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή. Η απεξάρτηση από το λιγνίτη παραμένει αναπόδραστη αναγκαιότητα για την Ελλάδα – τόσο για περιβαλλοντικούς, όσο και για οικονομικούς λόγους.

Μπορεί να φαίνεται φθηνότερη λύση σήμερα, με την τιμή του φυσικού αερίου να έχει δεκαπλασιαστεί. Όμως σε κανονικές συνθήκες – λόγω των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων –ο λιγνίτης παραμένει η ακριβότερη μορφή ενέργειας.

 Παραμένει, παράλληλα, ρυπογόνος. Παραμένει βλαβερός για το περιβάλλον και για τη δημόσια υγεία. Παραμένει εμπόδιο στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων των λιγνιτικών περιοχών.

Κι αυτό η Φλώρινα το γνωρίζει καλά.

Η μετάβαση, λοιπόν, εξακολουθεί να είναι μονόδρομος. Όχι μόνο γιατί η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Αλλά γιατί αυτό επιβάλλει η βιώσιμη ανάπτυξη, τόσο της εθνικής οικονομίας, όσο και των τοπικών οικονομιών. Γιατί αυτό επιβάλλει το χρέος μας στους νέους ανθρώπους και στις γενιές που έρχονται. Η προσπάθεια αυτή σαφώς απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό. Ένα μεγάλο ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η επάρκεια της ενεργειακής τροφοδοσίας της χώρας, με κόστος βιώσιμο και ανταγωνιστικό για την οικονομία.

Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και να συμμετέχει σε νέα, ασφαλέστερα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική.

Θα πρέπει να επεκτείνει την παραγωγή πράσινης ενέργειας. Θα πρέπει να επενδύσει στη δημιουργία νέων αποθηκευτικών χώρων για την ενέργεια από ΑΠΕ και για το υγροποιημένο φυσικό αέριο.

Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να ανταποκριθεί και στη μεγάλη πρόκληση: που είναι η οικονομική προσαρμογή των λιγνιτικών περιοχών. 

Είναι η δίκαιη μετάβαση των Περιφερειών και των τοπικών κοινωνιών, που πληρώνουν τόσα χρόνια το τίμημα της ηλεκτροδότησης της χώρας. Που έχουν θυσιάσει ένα μεγάλο μέρος από το περιβάλλον και την ποιότητα της ζωής τους. 

Που βιώνουν εδώ και δεκαετίες ένα οικονομικό και κοινωνικό τέλμα, εξαιτίας της εξάρτησης από το λιγνίτη: αντιμετωπίζουν εντονότερα προβλήματα με την ανεργία, τη φτώχεια, την έλλειψη εναλλακτικών δραστηριοτήτων και ευκαιριών απασχόλησης. Είναι αυτές οι κοινωνίες – οι τοπικές επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι, η νέα γενιά – που χρειάζονται σήμερα όχι μόνο μια δίκαιη μετάβαση, αλλά μια καινούρια αρχή. Την ευκαιρία να αλλάξουν τη μοίρα τους και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.

Αυτό – πέρα από τα αυτονόητα αντισταθμιστικά οφέλη και μέτρα ανακούφισης – προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Η Δυτική Μακεδονία και η Φλώρινα χρειάζονται ένα νέο υπόδειγμα. Το οποίο θα είναι περισσότερο διαφοροποιημένο και βιώσιμο. Θα αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα του τόπου, θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν θα περιορίζεται στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, αλλά θα εστιάζει και σε τομείς όπως είναι η μεταποίηση, η έξυπνη γεωργία, η εκπαίδευση, οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Αυτό σημαίνει – μεταξύ άλλων – ότι θα πρέπει να υπάρξουν: έργα αποκατάστασης γαιών στις περιοχές εξόρυξης και παραγωγής ειδικά σχεδιασμένα χρηματοδοτικά εργαλεία για τις τοπικές επιχειρήσεις αναβάθμιση των υποδομών της Περιφέρειας κίνητρα και παρεμβάσεις για την ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης. Προγράμματα επανακατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού συνεργασίες μεταξύ της τοπικής αυτοδιοίκησης, των επιχειρηματικών φορέων και των περιφερειακών πανεπιστημίων.

Το Σχέδιο Δίκαιης Μετάβασης που έχει παρουσιαστεί από την κυβέρνηση, υπηρετεί σε μεγάλο βαθμό αυτή την προσπάθεια. Προβλέποντας έργα και επενδύσεις που ξεπερνούν τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για κονδύλια που η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει, καθώς επωφελείται σήμερα από όλα τα διαρθρωτικά προγράμματα της Ε.Ε. για τη μεταλιγνιτική περίοδο. Η Δυτική Μακεδονία και η Φλώρινα αξίζουν αυτή την ευκαιρία. Και οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα πάει χαμένη. Είναι ευθύνη της κυβέρνησης να εξασφαλίσει την ομαλή υλοποίηση του σχεδίου. Με σαφή χρονοδιαγράμματα, με μηχανισμούς παρακολούθησης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων κάθε δράσης.

Είναι ευθύνη όλων μας – της αυτοδιοίκησης, των επιχειρηματικών φορέων, της επιστημονικής κοινότητας – να συμμετέχουμε εποικοδομητικά σε αυτή την προσπάθεια.

Υποστηρίζοντας τη διαδικασία της διαβούλευσης, μεταφέροντας την εξειδικευμένη γνώση και την εμπειρία μας.

 Ειδικά τα τοπικά Επιμελητήρια πρέπει και μπορούν να εμπλακούν ουσιαστικά. Να δώσουν φωνή στον επιχειρηματικό κόσμο κάθε περιοχής. Να αναδείξουν εμπόδια και ευκαιρίες, να προτείνουν και να υλοποιήσουν στοχευμένες παρεμβάσεις.

Κύριε Πρόεδρε,

Θέλω να ξέρετε ότι ως Κεντρική Ένωση, είμαστε και θα παραμείνουμε δίπλα σας. Θα είμαστε σύμμαχοι σε κάθε βήμα αυτής της διαδρομής. Θα υποστηρίξουμε με κάθε δυνατό τρόπο τις διεκδικήσεις και τις πρωτοβουλίες σας. Η Φλώρινα ήταν και θα παραμείνει ευλογημένη από τη φύση. Και παρά την υποβάθμιση και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως τώρα, οι άνθρωποί της έχουν αποδείξει ότι μπορούν να μετατρέπουν τον περιβαλλοντικό πλούτο της περιοχής σε αξία: με δημιουργικότητα και γνώση, με αγάπη, με σεβασμό.

 Με αυτά τα υλικά, είμαι βέβαιος ότι θα μπορέσετε να αξιοποιήσετε τις ευκαιρίες που έρχονται και να χτίσετε το μέλλον που αξίζει στον τόπο σας.