Κριτική θεώρηση του Προγράμματος PISA: Ούτε «πανάκεια» ούτε καταστροφή!



 


Το πρόγραμμα PISA αποτελεί μια διεθνή συστηματική περιοδική ερευνητική δραστηριότητα, η οποία έχει ως στόχο την αξιολόγηση των επιδόσεων μαθητών από 70 χώρες, ανά τριετία, στην Ανάγνωση, στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες. Το Πρόγραμμα PISA δεν επιβάλλει συγκεκριμένες πολιτικές. Με βάση τα αποτελέσματα του κάθε κύκλου προβαίνει σε συστάσεις, οι οποίες μπορεί να αναφέρονται σε κάποιες θεματικές ενότητες που ενδιαφέρουν όλες τις συμμετέχουσες Χώρες ή σε θέματα πολιτικής για συγκεκριμένες χώρες. Η υιοθέτηση των πολιτικών ή δράσεων που προτείνονται, αφήνεται στην ευχέρεια των εκπαιδευτικών αρχών της κάθε Xώρας.
Το PISA εστιάζει στην αποτίμηση του βαθμού στον οποίο οι  μαθητές έχουν αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες που είναι ουσιαστικές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της καθημερινής ζωής και τη συμμετοχή τους στις σύγχρονες κοινωνίες. Ειδικότερα, το πρόγραμμα PISA αξιολογεί τον αναγνωστικό, τον μαθηματικό και τον επιστημονικό εγγραμματισμό των μαθητών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική τους εκπαίδευση. Επιπλέον, το PISA συλλέγει δεδομένα για τους ίδιους τους μαθητές, τις οικογένειές τους, τα σχολεία τους και τα εκπαιδευτικά συστήματα των συμμετεχουσών χωρών, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση των παραγόντων εκείνων που προάγουν την επιτυχία στην εκπαίδευση. 
Βασικές διαστάσεις και των τριών γνωστικών πεδίων τα οποία καλύπτει το PISA -ανάγνωση, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες- θεωρούνται το περιεχόμενο ή η δομή της γνώσης που οι μαθητές χρειάζεται να οικειοποιηθούν σε κάθε πεδίο, οι διαδικασίες οι οποίες απαιτούνται για να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στην αντίστοιχη γνώση και τα πλαίσια εντός των οποίων η γνώση και οι αντίστοιχες δεξιότητες εφαρμόζονται. Ειδικότερα:
Αναγνωστική Ικανότητα. Αυτή ορίζεται από το PISΑ ως η ικανότητα του ατόμου να κατανοεί γραπτά κείμενα, να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που αντλεί από αυτά καθώς και να τα χρησιμοποιεί ως βάση για αναστοχασμό, ώστε να είναι σε θέση να επιτυγχάνει τους σκοπούς του, να αναπτύσσει τη γνώση του και τις δυνατότητές του και να συμμετέχει αποτελεσματικά στην κοινωνική ζωή.       
Μαθηματική Ικανότητα. Στο PISA ο ορισμός αυτής της ικανότητας καλύπτει την ευρεία χρήση των Μαθηματικών στην καθημερινή ζωή, και ως εκ τούτου δεν εξαντλείται στην απλή εκτέλεση μαθηματικών πράξεων μηχανικά. Το περιεχόμενο ορίζεται με βάση τις ομάδες σχετικών μεταξύ τους μαθηματικών εννοιών, οι οποίες εμπλέκονται σε πραγματικές καταστάσεις. Αυτές οι ομάδες περιλαμβάνουν τις έννοιες της ποσότητας, του χώρου και του σχήματος, της αλλαγής και των σχέσεων, καθώς και της αβεβαιότητας.  
Φυσικές Επιστήμες. Στο PISA η αξιολόγηση στις Φυσικές Επιστήμες γίνεται με βάση τις φυσικοεπιστημονικές έννοιες, και διαδικασίες, τις καταστάσεις και τα πεδία εφαρμογής της φυσικοεπιστημονικής γνώσης. Οι σχετικές ερωτήσεις ομαδοποιήθηκαν σε τρία πεδία εφαρμογής των φυσικών επιστημών: τη ζωή και την υγεία, τη γη και το περιβάλλον, και την τεχνολογία.  
Το ελληνικό πρόγραμμα PISA που εξαγγέλθηκε και αφορά τους μαθητές που τελειώνουν το Δημοτικό Σχολείο και το οποίο η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δεν έχει καν μπει στον κόπο να ενημερώσει την εκπαιδευτική κοινότητα τι ακριβώς είναι και πού αποσκοπεί, πιθανόν θα στηρίζεται στις αντίστοιχες αρχές του γενικού προγράμματος, θα χρησιμοποιεί τα ίδια μεθοδολογικά εργαλεία και θα στοχεύει σε αντίστοιχου τύπου αξιοποιήσιμα συμπεράσματα. Εκτός εάν αποτελεί μία ακόμη μεμονωμένη παρέμβαση, η οποία είναι ενταγμένη σε μία ακόμη ανούσια επικοινωνιακού τύπου στρατηγική.
Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να σταθεί αμυντικά, απολογητικά και φοβικά απέναντι, σε ένα πρόγραμμα που υλοποιείται σε ολόκληρο τον κόσμο και μπορεί να βγάλει πορίσματα τα οποία, αν αξιοποιηθούν σωστά, μπορούν να βοηθήσουν στον καλύτερο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής. Σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία είναι συντηρητισμός να υπάρχει η αντίληψη πως η Χώρα πρέπει να είναι περίκλειστη, απομονωμένη και μπορεί να πορεύεται μόνη της χωρίς να δίνει καμία σημασία στο τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο.
Το υπουργείο Παιδείας βέβαια, δεν νομιμοποιείται σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιήσει τα όποια πορίσματα προκύψουν για να απαλλαγεί από τις ευθύνες που βαρύνουν το ίδιο αλλά και διαχρονικά τις κυβερνητικές πολιτικές, οι οποίες χωρίς όραμα, σαφείς στόχους και προοδευτικό προσανατολισμό, χειρίζονται και χειρίστηκαν τα εκπαιδευτικά θέματα στην Πατρίδα μας. Πολύ δε περισσότερο να χρεώσει ευθύνες που δεν αναλογούν σε εκπαιδευτικούς και μαθητές.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ξεκαθαρίζει πως το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν αποτελεί «πανάκεια» για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως υπονοούν κάποιοι, αλλά ούτε και μηχανισμό καταστροφής του, όπως θέλουν να εμφανίζουν κάποιοι άλλοι. Η μανιχαϊστική αντίληψη για την κυριαρχία των θεμελιωδών και ανταγωνιστικών αρχών του απόλυτου καλού και του απόλυτου κακού, ως του μοναδικού δίπολου που καθορίζει όλες τις σχέσεις και τις δράσεις των ατόμων και των συλλογικοτήτων, δεν μας εκφράζει.
Αποτιμώντας κριτικά το πρόγραμμα, καλούμε το Υπουργείο Παιδείας, τα Παιδαγωγικά Τμήματα και τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες, να διατυπώσουν το πλαίσιο, το οποίο θα ενισχύσει και θα κάνει αποτελεσματικότερη την παρεχόμενη εκπαίδευση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα επισημαίνοντας και διατυπώνοντας ταυτόχρονα τις παρακάτω ενστάσεις:
Το πρόγραμμα PISA αξιολογεί ενός ορισμένου τύπου γνώση η οποία θα λέγαμε ότι σχετίζεται περισσότερο με λειτουργικές χρήσεις στο πλαίσιο καθημερινού τύπου. Ωστόσο τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα δε δίνουν απαραίτητα έμφαση σε αυτού του τύπου τη γνώση.
Το πρόγραμμα PISA θέτει ως κεντρικό στόχο του την αξιολόγηση αναστοχαστικού τύπου ικανοτήτων των μαθητών οι οποίες απαιτούν παράλληλη ενεργοποίηση και συντονισμό πολλαπλών νοητικών διεργασιών και ως εκ τούτου καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη η εγκυρότητα των αντίστοιχων ερωτήσεων.
Συχνά αμφισβητείται το κατά πόσο ισχύει η αυτόματη αναγωγή των υψηλών επιδόσεων στο πρόγραμμα PISA σε θετικές επιπτώσεις στην οικονομία μιας Χώρας. 
Παρά το γεγονός ότι σε γενικές γραμμές δεν αμφισβητείται η τεχνική αρτιότητα του συνολικού εγχειρήματος, εντούτοις υπάρχουν πτυχές που επιδέχονται κριτική. Οι πτυχές αυτές αφορούν κυρίως την αξιολόγηση των στάσεων μαθητών και εκπαιδευτικών καθώς και της ποιότητας του σχολικού κλίματος.
Από τις έρευνες που έχουν γίνει για τα αποτελέσματα των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών προκύπτουν μια σειρά από συμπεράσματα, όπως ότι η χαμηλή τους επίδοση οφείλεται στο γεγονός ότι στο πρόγραμμα PISA καλούνται να αντιμετωπίσουν διαφορετικούς τύπους γνώσης από αυτές που είναι εξοικειωμένοι στο ελληνικό σχολικό πλαίσιο. Τα ελληνικά Αναλυτικά Προγράμματα Φυσικών Επιστημών  δε συνάδουν με τον προσανατολισμό του PISA και συμφωνούν μόνο σε επίπεδο διακηρυκτικού λόγου με τα Αναλυτικά Προγράμματα των Χωρών στις οποίες οι επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις είναι υψηλές. Ως εκ τούτου η απόκλιση των Αναλυτικών Προγραμμάτων της Ελλάδος από τα όσα αξιολογεί το PISA μπορεί να συνιστά έναν από τους παράγοντες αποτυχίας των Ελλήνων μαθητών σε αυτούς τους διαγωνισμούς.
Επισημαίνουμε επίσης ότι η εφαρμογή προγραμμάτων τύπου PISA απαιτούν άλλου είδους Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, άλλες διδακτικές μεθοδολογίες και φυσικά επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Πέρα ωστόσο από τις παραπάνω ενστάσεις, το πρόγραμμα PISA είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα θέτει, με όλο και εντονότερο τρόπο, τα εκπαιδευτικά συστήματα μπροστά σε σημαντικά διλήμματα: Ποια είναι η στρατηγική βάση από την οποία ξεκινάει ο σχεδιασμός του Αναλυτικού Προγράμματος; Στη βάση ποιων κριτηρίων γίνεται η επιλογή της σχολικής γνώσης; Με ποιον τρόπο μεταδίδεται η γνώση αυτή; Με ποιον τρόπο ιεραρχούνται άτομα, γνωστικά αντικείμενα και προγράμματα στο εσωτερικό του εκπαιδευτικού συστήματος; Με ποιον τρόπο πιστοποιείται η γνώση που το σύστημα αυτό παρέχει; Πώς αξιοποιούνται οι διεθνείς συγκριτικές έρευνες προς την κατεύθυνση εμπλουτισμού του προβληματισμού για το περιεχόμενο των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των εκπαιδευτικών μέσων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και τις ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες που επικρατούν σε κάθε Χώρα;
Όλα αυτά χρειάζονται τεκμηριωμένες απαντήσεις, προκειμένου να μη βρεθεί για μία ακόμη φορά, η εκπαίδευση στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων, οι οποίες της στερούν δυνάμεις  και την απομονώνουν από την πραγματικότητα και τις διεθνείς εξελίξεις.